Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Το Ον.


'Όλο το κακό προέρχεται από τα όσα σκέφτεται κανείς,η μάλλον από το γεγονός ότι υπάρχει μέσα μας ένα ον που σκέφτεται εν αγνοία μας κι έπειτα εκτοξεύει ξαφνικά,μέσα στην ησυχία του εγκεφάλου,μια πικρόχολη, ανυπόφορη φρασούλα που μετά από αυτή δεν μπορούμε πια να ζήσουμε όπως πριν.
Βίκτωρ Σερζ
Υπόθεση Τουλάγιεφ




Τι πρέπει άραγε να δώσω στο ον για προσέχει τι λέει;Αίμα;

Δοκίμασα να του δώσω γέλιο,μα με κανε να γελάω σαν τρελή.
Δοκίμασα να του δώσω αέρα,αλλα μου πηρε τα μυαλά.
Δοκίμασα να του δώσω ζωή,κι ησύχασε για λίγο.
Δοκίμασα να του δώσω γαλήνη,μα με κανε να κλαίω.
Του δωσα μελάνι να γράψει και οι φρασούλες έγιναν ποτάμια.


Τίποτα δεν φαίνεται να του είναι αρκετό.
Και  να 'μουν μόνο εγώ...Η  μάχη αρχίζει όταν η δικιά μου φρασούλα κοντράρεται με τη φρασούλα κάποιου άλλου.
Και ξέρετε συνήθως δεν μπορώ να καταλάβω ποια λόγια είναι δικά μου και ποια του όντος. Εκεί ξεφεύγει η κατάσταση. Εκεί είναι που χάνω κάθε εμπιστοσύνη,σε μένα στη ακοή μου ,σε όποια άλλη αίσθηση του κάνει κέφι και την κάνει δικιά του.


Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Μονομερής διάλογος ανάμεσα σε δύο αγνώστους.Άλογη σκέψη.


<<Οι πέντε αισθήσεις σου είναι τώρα τα πέντε χαμένα άστρα στον ουρανό της δηλητηριασμένης νιότης σου.>>

-Ό,τι ένιωσα,  ό,τι είχα, ό,τι ακούμπησα τότε.Πότε ήταν;Θα κοιτάξω στ'άστρα.Αν πονηρα δεν είναι θα μου θυμήσουν αυτά που τους εμπιστεύτηκα.

<<Ήταν ακόμη τα κρύσταλλα και τα οράματα ενός μάγου που είχε μαζέψει το χιόνι των αιώνων και το σπίτι του έλιωνε το πρωί και κάθε απογευμα ήταν έτοιμο.Πως επέστρεψες μετά απο αυτό;>>

-Πως άραγε;Ούτε εγω ξέρω.Κάπου,κάπου έπρεπε να πάω,κάτι έπρεπε να κάνω.Είπα,μια φορά λαχανιασμένα,καλύτερα κάτω απο το χιόνι,καλυτερα μετωμένο σώμα κάτω απο κρύσταλλα,παρά στο πουθενά,κάπου,κάπου επρεπε να παω.Και πηγα.Και τώρα ουτε που ξέρω που είμαι.

<<Ήμουνα πια ο συγγενής των άστρων.>>

-Κάπου ήλπιζα να βρω και εγω,κι εγω,μια οικογενεια,μιαν οικογένειαν.Τα άστρα είπα είναι σιωπηλά και γαλήνια...Μόνο σιωπηλά και γαλήνια δεν είναι τα αστρα.Οταν το κατάλαβα ήταν πια αργά.

<<Σε πειράζει το ρεύμα;Θέλεις να κλείσω την πόρτα;Έρημη,τυφλή γυναίκα,που πήγε εκείνη η μυρωμένη ανάσα σου.Κι όμως απο τα ζωντανά και τα τυφλά σου μάτια μου δείχνουν την ορισμένη στιγμή μου και είναι σαν αν μου ζητάς εκεί να κοιτάξω.Σε ποιόν υπόσχεσαι θανάτους και όλοι είναι φίλοι σου;>>

-Τόσους ανέμους μέσα μου.Κλεισ΄το θα πνιγώ με τόσο άνεμο.Και δεν δίνω φράγκο για όλα αυτά.Κοιτάω στο κενό.Όταν κοιτάς στο κενό,μπορείς να φαντάζεσαι τα πάντα.Τι σου πα;Τι σου δειξα;Όλα ψέματα.Είσαι στο κενό;Δείχνω εσένα.Ψέμα.

<<Με ακούς κάπου κάπου;>>

Ναι νομίζω πως κάποιες φορες σ'ακούω.Τα 'χω ξεχάσει όλα,συγνώμη.

<<Πώς θα 'θελα να μου φέρουν έναν καφέ.Μα που κοιτάζεις;Μ'ακους;Αυτά τα αόρατα και νεκρά σου μάτια,οι νεκρές σου κινήσεις μου δίνουν την εντύπωση πως μιλώ σε μια μάσκα.>>

-Είπε η μάσκα,στη μάσκα κοιτώντας σε ένα αντανακλώμενο γυαλί.Δε μ'κους παλιομαλάκα.Άδικα μιλάω,τόοοσες νύχτες.Ξέρεις πετάω που και που κανα καλό.Χάνεις.Με χάνεις.Μας χάνεις.

<<Ω,μα υπερβάλλετε,μου λέει.
Να μας δολοφονήσετε, δόκτωρ.>>

-Γκρρ
<<Είσαι σιωπηλός κι όμως με κοιτάζεις και μου λες όλα τα λόγια του κόσμου.Άραγε μ'ακους,με βλέπεις.>>

Όλα τα λόγια κόσμου είναι για μένα ένα βουητό απο μελίσσι που με κηνυγάει.

<<Τι ψάχνουν να βρουν ; Εκείνο που αρνηθήκαμε στον εαυτό μας είναι αυτό ακριβώς που οδήγησε τον εαυτό μας κάπου. Τα πράγματα έρχονται μόνα τους αρκεί να τα σκεφτούμε και να τα νοσταλγήσουμε.>>

-ό,τι σκέφτομαι μοιάζει μεμιάς να απομακρύνεται από μένα. Απλώνω το χέρι μου και είναι ήδη μακριά. Απλώνω τα πλοκάμια των σκέψεών μου και εχει ήδη φύγει. Νοσταλγώ την ακινησία μου.

<<Αυτός ο αφηνιασμένος εωσφόρος που μας κάνει να καιγόμαστε πάνω σ’ένα κομμάτι χαρτί.>>

-Έχω πνιγεί και δεν το ξέρω .Έχουν έρθει τα κύματα στην ακτή και έχουν σκεπάσει το μελανιασμένο μου σώμα και δεν πήρα είδηση. Το αλάτι έχει μπει στις φλέβες μου και έχει διακόψει κάθε επικοινωνία μεταξύ κεφαλιού και χεριών. Έχω γίνει αλάτι.

<<Και γιατί με ξεσκεπάζεις απ' αυτά τα αγιασμένα υφάσματα, που σκεπάζουν την ψυχή και το σώμα μου, και προσπαθείς να σηκώσεις αυτό το σεντόνι, που έχει κολλήσει στις πληγές μου, και δεν έχω δέρμα, το ξέρεις, δεν έχω τίποτα το ανθρώπινο .Το δέρμα μου είναι αυτό το σεντόνι και το στρώμα και το μαξιλάρι που είναι το εξάρτημα και η συνέχεια του εγκεφάλου μου, ψάξε λοιπόν στο κεφάλι μου, τράβηξε αυτές τις άσπρες ουσίες για το τέρας σου...>>

-ΓΙΑ ΝΑ ΗΣΥΧΑΣΕΙ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΜΟΥ ΤΕΡΑΣ! Οχι δεν το κάνω για σένα. Λάθος νόμιζες. Μαζευω σεντόνια και φτιάχνω μια ανθρωπόμορφη μάσκα και γελώ γελώ ως που να με βρίσεις και να στο δώσω πίσω. Να μείνει στα αζήτητα μετά.

<<Θα ήταν πολυ ωραίο,αλήθεια,να είχαν γίνει έτσι τα πράγματα.Και για σκέψου,εκείνητην ώρα να του προσφέρεις δώρο τη βροχή. ή ακόμη το φτερό ενός αγγέλου...>>

-Δικό μου αν ήταν το θαύμα της βροχής,θα το δινα σε σένα,να ξέρεις μια και καλή,οτι εκτός απο το θάνατο μέσα σου,έχεις και τη δύναμη να προσφέρεις μεγαλόκαρδα τη ζωή.
Θα έσταζα πάνω σου το άγιο νερό και ιέρεια θα γινόμουν στο καινούργιο θεό που θα γεννούσα. Θα ξεχείλιζαν οι λίμνες και απ το καινούργιο νερό,κανείς δεν θα πνιγόταν.Και τώρα θα παλευα να κρατήσω την ορμή σου,γιατί ποτέ δεν έμαθες να ελέγχεις τη δυναμή σου,αλλά θα σ'άφηνα να μάθεις μόνος σου παρ'ολο που θα με κατετρωγε η ανησυχία εκεί στο χωριό που μ'αφησες ως που μια μέρα,ο πατέρας σου ο ήλιος θα...

<<και κατάλαβες πως είχες κάτι και με κάτι να πολεμήσεις,οτι αυτό δεν ήταν διάβολος,ούτε θεός,ούτε θάνατος.Ητανε η μεγάλη βρόμα η μοναξιά που χτυπούσε δαιμονισμένατο ντέφι της σ'ενα αόρατο και πρόστυχο καρναβάλι που θα τέλειωνε την αυγή κάποιου αιώνα μεσ'την κραιπάλη.>>

-Θέε μου πως πολέμησα.Με τα οπλα μου,τα νύχια μου,τους θεους και τους αγγέλους μου και δεν κατάλαβα ποτέ πως η μεγάλη βρώμα,δεν νικιέται μόνο με ένα ζευγάρι χέρια και πως έπρεπε να ερμηνεύσω το μαύρο της τραγούδι πριν με ναρκώσει και με κοιμήσει για πάντα και μεσα σε αυτό βρώ εκείνο που κάνει το ορατό ,αόρατο και πάλι αόρατο.

<<γιατί ο χρόνος είναι πάντα μια γυναίκα μονάχη της και με αβάσταχτους πόνους και σε ποτίζει τρέμοντας το φαρμακωμένο της γάλα.>>

-Πόσο πόνεσε,ο δράκος αλήθεια,αλήθεια δεν ηξερε πως με το να σε γεννήσει σε σκότωνε την ίδια δηλητηριασμένη στιγμή,αλήθεια,προσπαθεί να σε ταίσει. Αλήθεια ,τώρα;Ξέρει τώρα;

<<Και τι στο διάολο,επιτέλους μου λες και δεν δύναμαι με τίποτα στο κόσμο να το καταλάβω και να σε βοηθήσω και με τίποτα να βοηθήσω τον εαυτό μα-εντάξει λοιπόν.Μου πρόσφερες τη βροχή!>>

-Ισως ,ίσως λέω αν αφήσω πραγματικά τη βροχή να με φτάσει και όχι,λέω, όχι να γλύφει το σώμα μου,μα να φτασει εκεί.Ξέρεις εσυ που,στα κόκαλα πιο μέσα,ξέρεις εσυ που,να καταφέρω να σε βοηθήσω και μη φωνάζεις κάνω ότι μπορω.ΟΧΙ ουτε να βαράς το κεφάλι μου απο μέσα εκεί –ξέρεις εσύ που-,είσαι απλώς επισκέπτης και αν χάσω το δώρο σου θα...

<<το λοιπόν;>>


 Τα πλάγια γράμματα ανήκουν στο Μάνο Ελευθερίου που τα έβαλε σε σειρά και τους έδωσε ζωή στη νουβέλα του <<Το άγγιγμα του χρόνου.>>